Περί πίστεως

 

Ο Κύριος πριν θεραπεύσει τους δύο τυφλούς, οι οποίοι τον παρακαλούσαν, τους ρώτησε: «Πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;» (Ματθ. 9, 28). «Ναι, Κύριε», - Του απάντησαν. «Τότε ήψατο των οφθαλμών αυτών λέγων· κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν» (Ματθ. 9, 28-29).

 

Κάθε φορά πριν θεραπεύσει κάποιον ο Χριστός ρωτούσε τον άνθρωπο αν πιστεύει. Και μόνο αν εκείνος πίστευε, έκανε το θαύμα.

 

Το Ευαγγέλιο λέει ότι στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Ναζαρέτ, ο Χριστός δεν μπορούσε να κάνει θαύματα, γιατί οι κάτοικοι εκεί Τον γνώριζαν από μικρό παιδί και δεν Τον πίστευαν. «Και εθάυμαζε διά την απιστίαν αυτών» (Μαρκ. 6, 6).

 

Βλέπετε λοιπόν ότι η απαραίτητη προϋπόθεση για να λάβει κανείς τη χάρη και να απαλλαχθεί από την ασθένεια ήταν η πίστη. Γιατί; Γιατί κάθε φορά που γίνεται θαύμα ενεργεί το Άγιο Πνεύμα και το να λάβει κανείς το Άγιο Πνεύμα χρειάζεται καρδιά ανοιχτή και ανοιχτή την κάνει η πίστη. Όπως για τη λήψη των ραδιοκυμάτων χρειάζεται οπωσδήποτε κεραία, το ίδιο και για τη λήψη της θείας χάριτος χρειάζεται καθαρή και γεμάτη πίστη καρδιά. Τότε το Άγιο Πνεύμα μιλάει στον άνθρωπο και τελείται μεγάλο μυστήριο.

 

Πώς γίνεται αυτή η επικοινωνία; Αν από την πλευρά του ανθρώπου δεν υπάρχει η θέληση και ικανότητα να δεχθεί το Άγιο Πνεύμα, τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Σε κανέναν ο Κύριος δεν επιβάλλει τη χάρη του. Ο Κύριος ζητάει την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη, και μόνο τότε δίνει τη χάρη Του, όταν η καρδιά του ανθρώπου, με την πίστη, ανοίγεται μπροστά Του. Αυτό το πράγμα είναι μυστήριο μέγα και το μυστήριο αυτό γινόταν κάθε φορά που ο Χριστός έκανε θαύματα.  

 

Μια φορά ο Χριστός περπατούσε μέσα στο πλήθος και Τον ακολουθούσε μια γυναίκα που δώδεκα χρόνια υπέφερε από αιμορραγία. Στην καρδιά της αυτή έλεγε: «Εάν μόνον άψομαι του ιματίου αυτού, σωθήσομαι» (Μτ. 9, 21). Χωρίς να πει τίποτα αλλά με καρδιά ανοιχτή στον Θεό, άγγιξε την άκρη του ενδύματός Του. Και αμέσως σταμάτησε ο Χριστός και ρώτησε: «Τίς μου ήψατο των ιματίων;» (Μαρκ. 2, 30). Κατάπληκτοι οι μαθητές Του είπαν· «Όχλοι συνέχουσί σε και αποθλίβουσι, και λέγεις τίς  ο αψάμενός μου;» (Λουκ. 8, 46).

 

Βλέπετε, ο Κύριος αισθάνθηκε πως βγήκε απ’ Αυτόν δύναμη. Και αυτό γινόταν κάθε φορά που ο Χριστός έκανε θαύματα. Αυτή η δύναμη θεράπευε τους ανθρώπους. Όταν έγινε καλά αυτή η γυναίκα, ο Κύριος είπε: «Θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. 8, 48). Βλέπετε, και πάλι ο Χριστός αναφέρει την πίστη και λέει ότι αυτή η γυναίκα έγινε καλά επειδή είχε πίστη.

 

Γνωρίζετε τη διήγηση για τη θεραπεία του δούλου του εκατόνταρχου. Ο ειδωλολάτρης αυτός παρακαλούσε ταπεινά τον Χριστό να θεραπεύσει τον δούλο του. Ο Κύριος συμφώνησε και του είπε: «Εγώ ελθών θεραπεύσω αυτόν» (Ματθ. 8, 7). Αλλά ο εκατόνταρχος τού απάντησε: «Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθεις· αλλά μόνον ειπέ λόγω, και ιαθήσετε ο παις μου» (Ματθ. 8, 8). Θαύμασε ο Χριστός την απάντησή του και είπε στους άλλους· «Ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστην εύρον» (Ματθ. (8, 10). Επειδή πίστευε ο εκατόνταρχος ο Χριστός χάρισε υγεία στον δούλο του. Τόσο μεγάλη είναι η σημασία της πίστεως.

 

Αλλά όχι μόνο για θεραπεία και θαύματα χρειάζεται η πίστη. Ο Κύριος έλεγε στους μαθητές του: «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσετε, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται» (Μαρκ. 16, 16). Πολύ σημαντικό είναι αυτό. Βλέπετε, μόνο αυτός που πιστεύει θα σωθεί ενώ αυτός που δεν έχει πίστη θα καταδικαστεί.

 

Ο απόστολος Παύλος λέει ότι όλη ή ουσία του ευαγγελικού μηνύματος βρίσκεται στην ελπίδα, την πίστη και την αγάπη. Συνεπώς χρειάζεται να έχουμε ισχυρή και ακράδαντη πίστη για να είμαστε χριστιανοί και κληρονόμοι της θείας χάριτος.

 

Και τι είναι η πίστη; «Έστι δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος, ου βλεπομένων (Εβρ.11, 1), - λέει ο απόστολος Παύλος. Η πίστη λοιπόν, είναι η βεβαιότητα ότι πραγματικά υπάρχουν αυτά που δεν βλέπουμε. Είναι η «ελπιζομένων υπόστασις», η πεποίθηση δηλαδή ότι θα γίνουν πραγματικότητα αυτά που ελπίζουμε.

 

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει ότι για τα πνευματικά μυστήρια τα οποία είναι πάνω από την γνώση και τα οποία δεν αντιλαμβάνονται ούτε οι δικές μας αισθήσεις ούτε η γνωστική δύναμη της διάνοιας, ο Θεός μας έδωσε την πίστη.

 

Ένα παράδειγμα της δυνατής και ακλόνητης πίστης είναι ο πολύαθλος Ιώβ. Αν και υπέφερε φοβερά και ανέκφραστα βάσανα, δεν έχασε όμως την πίστη και την υπακοή στο θέλημα του Θεού…

 

Εκτός από τον κόσμο που υπόκειται στις δικές μας πέντε αισθήσεις και το ορατό αυτό σύμπαν, υπάρχει απέραντος αόρατος κόσμος, που είναι πολύ πιο μεγάλος. Και τον κόσμο αυτό δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε με τις πέντε αισθήσεις. Αν όμως είναι απρόσιτος στις σωματικές μας αισθήσεις, μπορούμε να λέμε ότι αυτός δεν υπάρχει; Μπορούμε όλο τον κόσμο να περιορίσουμε μόνο σ’ αυτά  που βλέπουν τα μάτια;

 

Ο βάτραχος όλη τη ζωή του ζει μέσα στον βάλτο και δεν γνωρίζει τίποτα εκτός από αυτό. Δεν γνωρίζει ότι αλλού στον πλανήτη υπάρχουν μεγάλα βουνά. Δεν έχει ιδέα πως κάπου αλλού υπάρχουν θάλασσες, ωκεανοί που περικλείουν τεράστιες μάζες νερού, δεν ξέρει τίποτα για τη ζωή των ανθρώπων, τον πολιτισμό, την τέχνη και την επιστήμη, ούτε γνωρίζει ότι υπάρχουν πόλεις, δεν ξέρει τίποτα για την ιστορία και τα γεγονότα που έχουν συμβεί. Δεν γνωρίζει ότι υπάρχουν οι γαλαξίες και ότι οι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από τον ήλιο. Η γνώση που έχει αυτός ο βάτραχος για τη φύση είναι πολύ φτωχή.

 

Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο βάτραχος μπορεί να σκεφτεί λογικά. Θα έλεγε τότε: «Στ’ αλήθεια, υπάρχουν μόνο αυτά που εγώ ακούω και βλέπω, μόνο ο δικός μου βάλτος, ο κόσμος αυτός όπου ζω, έντομα και σκουλήκια που τρώω. Εκτός απ’ αυτά τίποτα δεν μπορεί να υπάρχει στον κόσμο». Όταν ισχυριζόμαστε πως υπάρχει μόνο ο κόσμος που εμείς μπορούμε να προσεγγίσουμε με τις δικές μας πέντε αισθήσεις, μοιάζουμε πού με εκείνο τον βάτραχο. Είναι δυνατόν, πείτε μου, να είναι αρκετές οι δικές μας πέντε αισθήσεις για να αντιλαμβανόμαστε όλο τον ορατό και αόρατο κόσμο;

 

Γνωρίζουμε πως κάποια ζώα έχουν αισθήσεις που εμείς δεν έχουμε. Τα περιστέρια, παραδείγματος χάριν, έχουν την αίσθηση της κατεύθυνσης. Πάντα κατευθύνονται σωστά προς τον προορισμό τους, χωρίς να χάνουν τον δρόμο. Εμείς δεν μπορούμε να το κάνουμε, δεν έχουμε τέτοια αίσθηση. Γνωρίζουμε επίσης ότι μερικά από τα ζώα έχουν αισθήσεις πολύ πιο λεπτές από τις δικές μας, για παράδειγμα, η όραση του αετού ή η όσφρηση του σκύλου. Τότε γιατί δεν παραδεχόμαστε ότι για να γνωρίζουμε καλά τον ορατό αυτό κόσμο χρειάζονται εκτός από τις πέντε και άλλες αισθήσεις που οι άνθρωποι δεν έχουν; Πολύ περισσότερο, χρειάζονται άλλες αισθήσεις για να γνωρίζουμε τον αόρατο κόσμο. Γιατί δεν παραδεχόμαστε ότι χρειάζεται καθαρή καρδιά, ταπεινή και ανοιχτή στα μυστικά της υπάρξεως για να μπορούμε να προσεγγίσουμε τον αόρατο κόσμο;

 

Ξέρουμε ότι οι μεγάλοι άγιοι που είχαν μια τέτοια καρδιά γνώριζαν τον κόσμο πολύ πιο καλά από μας. Είχαν προφητικό χάρισμα και γνώριζαν καλά το παρόν και το μέλλον. Η δική μας όμως πνευματική γνώση είναι πολύ πιο φτωχή. Φτάνει η γνώση μας για να γνωρίσουμε τον αόρατο κόσμο, είναι η δύναμη του νοός μας ίδια με τους αγγέλους; Ασφαλώς όχι. Ας μην αφήσουμε τον εαυτό μας να αμφιβάλλει για την ύπαρξη του πνευματικού κόσμου και με όλη την καρδιά να πιστεύουμε ότι πάνω απ’ όλο τον κόσμο, ορατό και αόρατο, είναι Κύριος ο Θεός, Ποιητής και Κυβερνήτης πάντων.

 

Μερικοί άθεοι επιστήμονες περιφρονούν τη θρησκεία. Λένε πως δεν πρέπει να συζητάμε για κάτι που δεν μπορούμε να ερευνήσουμε και ότι ανόητοι είναι αυτοί που μιλάνε για άλλη ζωή και άλλον αόρατο κόσμο.

 

Εφόσον όμως αρνούνται την πίστη, μπορούν να πουν ότι η επιστήμη, με την οποία ερευνούν και εξετάζουν τη φύση και τον ορατό αυτό κόσμο, προχωρούν χωρίς πίστη; Μπορούν να πουν ότι η πίστη αφορά μόνο τους θρησκευόμενους; Όχι δεν μπορούν να πουν αυτό, γιατί και στην επιστήμη, στη λογική εξέταση των πραγμάτων του κόσμου, αναπόφευκτα επιτρέπουν την πίστη. Έχουν δική τους πίστη, όχι θρησκευτική, αλλά είναι πίστη, γιατί πιστεύουν πολλά που πρακτικά δεν μπορούν να τα αποδείξουν. Και πάντα, σε όλες τις περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας, σημαντική θέση στην επιστήμη είχε η επιστημονική πίστη.

 

Μέχρι πρόσφατα κανείς από τους επιστήμονες δεν μπορούσε να φανταστεί ότι τα άτομα, τα οποία απαρτίζουν την ύλη, μπορούν να διαμεριστούν σε πιο μικρά στοιχεία. Υπήρχε μια καθολική πίστη σε όλο τον επιστημονικό κόσμο ότι το άτομο είναι ένα ακατάτμητο στοιχείο. Όμως η πίστη τους ξεγελάστηκε πριν 40 – 50 χρόνια, επειδή η ανακάλυψη της ραδιενέργειας έδειξε σε όλους ότι τα άτομα διασπώνται. Τέτοια ναυάγια της επιστημονικής θεωρίας και πίστεως υπήρχαν πολλά στην ιστορία της ανθρωπότητας. Μετά όταν αποδείχτηκε ότι τα άτομα διαμερίζονται, εμφανίστηκε η πίστη στα ηλεκτρόνια, τα οποία θεωρήθηκαν τώρα η μικρότερη αδιάσπαστη ποσότητα ύλης. Τώρα όλος ο επιστημονικός κόσμος πιστεύει στο ηλεκτρόνιο. Θέλω όμως να ρωτήσω· «Έχει δει κανείς απ’ αυτούς το ηλεκτρόνιο;» Όχι, κανείς. Μήπως κανείς το ψηλάφησε; Πάλι κανείς. Κάποιος το ζύγισε; Όχι. Τότε γιατί το πιστεύουν; Μου απαντούν: «Το πιστεύουμε γιατί βλέπουμε τις εκδηλώσεις του». Συμφωνώ γιατί ξέρω την αξία της γνώσης του αόρατου από τις εκδηλώσεις του.

 

Αν εσείς πιστεύετε στο ηλεκτρόνιο χωρίς να το βλέπετε, τότε με ποιο δικαίωμα λέτε ότι η πίστη μας στον Θεό, που και Αυτόν κανείς δεν τον είδε, είναι παράλογη;

 

Θα σας πω ότι και εμείς γνωρίζουμε τον Θεό από τις ενέργειές Του. Από τις εκδηλώσεις της δύναμής Του. Από το πώς Αυτός ενεργεί στην καρδιά μας, από τη χάρη που αισθανόμαστε. Πολλοί προσπαθούν να αποδείξουν πως υπάρχει Θεός  και πολλοί πως δεν υπάρχει. Αλλά κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να αποδείξει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μόνο με καθαρή καρδιά μπορεί να δει κανείς τον Θεό.

 

Λοιπόν, να μην ταράζεται η καρδιά σας απ’ αυτά που λένε οι επιστήμονες κατά της πίστεως. Ας ακολουθήσει η επιστήμη τον δρόμο της ερευνώντας τη φύση. Εμείς ακολουθούμε άλλη οδό, την οδό της πίστεως με την οποία γνωρίζουμε τον αόρατο κόσμο. Αυτή η πίστη γεμίζει την καρδιά μας όταν μεταλαμβάνουμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Πιστεύουμε πως δεν κοινωνούμε απλώς άρτο και οίνο αλλά Σώμα και Αίμα Χριστού. Επίσης κανείς από μας δεν είδε τον δικό του άγγελο φύλακα και όμως όλοι πιστεύουμε ότι υπάρχει.

 

Η πίστη είναι ο πιο πολύτιμος θησαυρός στη γη και πρέπει να τη φυλάγουμε πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Ο σοφός Σολομών είπε: «Πάση τη φυλακή τήρη σην καρδίαν· εκ γαρ τούτων έξοδοι ζωής» (Παροιμ. 4, 23). Πρέπει λοιπόν να φυλάγουμε την καρδιά μας γιατί αυτή είναι το όργανο που εμείς πιστεύουμε και λαμβάνουμε τη  θεία χάρη.

 

Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Αλλ’ ίδωμεν ποίαν φρόνησιν ενταύθα απαιτεί. Την του όφεως, φησί. Καθάπερ γαρ εκείνος τα πάντα προΐεται, καν αυτό δέη το σώμα αποτμηθήναι, ου σφόδρα αντέχεται αυτού, ώστε την κεφαλήν διατηρήσαι· ούτω και συ φησί, πλην της πίστεως πάντα εκδίδου, καν χρήματα, καν το σώμα, καν αυτήν την ψυχήν εκδούναι δέη. Εκέινο γαρ η κεφαλή και η ρίζα· κακείνης διατηρουμένης, καν πάντα απολέσης, άπαντα ανακτήση πάλιν μετά πλείονος της περιφανείας». (Ιωάννου Χρυσοστόμου. Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον. Ομιλία ΛΓ’ . ΕΠΕ, τα 10, σ. 424.)

 

Δηλαδή «Ας εξετάσουμε σ’ αυτή την περίπτωση ποια φρόνηση απαιτεί. Την φρόνηση του φιδιού, θα έλεγε κάποιος. Διότι όπως αυτό αφήνει τα πάντα, και το ίδιο ακόμα το σώμα, όταν υπάρχει ανάγκη, αφήνει να διαμελιστεί και δεν προβάλλει μεγάλη αντίσταση, προκειμένου να σώσει την κεφαλή του. Έτσι λέει, και συ, εκτός από την πίστη όλα να τα παραδώσεις, είτε αυτά είναι χρήματα, είτε το ίδιο το σώμα. Και αν χρειαστεί να δώσεις και την ψυχή σου ακόμα. Διότι η πίστη είναι η κεφαλή και η ρίζα. Αν διαφυλάξεις αυτή, ακόμα και στην περίπτωση που θα χάσεις τα πάντα, θα μπορέσεις ξανά να τα αποκτήσεις και μάλιστα με μεγαλύτερη δόξα».

 

Λοιπόν, πιο πολύ απ’ όλα να φυλάγουμε την πίστη μας.

 

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας «ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Γ’». σελ. 153-160 - Εκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ».